Ο Καθηγητής Νομικής Χ. Μυλωνόπουλος αναλύει την υπόθεση των 8 Τούρκων στρατιωτικών

justice-system2__article

Ο Καθηγητής Ποινικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου, Χρίστος Μυλωνόπουλος, αναλύει τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης των 8 Τούρκων στρατιωτικών.

Στις 16 Ιουλίου 2016, μία μέρα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία, ένα στρατιωτικό ελικόπτερο με οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ» στην Αλεξανδρούπολη.

Η Τουρκία κατέστησε από την πρώτη στιγμή σαφές ότι απαιτεί την έκδοση των οκτώ στρατιωτικών, οι οποίοι, ωστόσο, έχουν καταθέσει αίτηση για τη χορήγηση ασύλου στη χώρα μας.

Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του ζητήματος και επιδιώκοντας να υπάρξει μία πλήρης και εμπεριστατωμένη νομική ανάλυση επ΄αυτού, το Lawspot.gr εξασφάλισε μία αποκλειστική συνέντευξη με τον κύριο Χρίστο Μυλωνόπουλο, Καθηγητή Ποινικού Δικαίου, Ποινικής Δικονομίας και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κύριε Μυλωνόπουλε, το ζήτημα που έχει προκύψει με τους οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς έχει προκαλέσει τεράστιο ενδιαφέρον στο ελληνικό, και όχι μόνο, κοινό. Παράλληλα, όμως έχει δημιουργήσει μεγάλη σύγχυση σχετικά με το ισχύον νομικό πλαίσιο, ιδίως στους πολίτες, οι οποίοι δεν έχουν νομικές γνώσεις και δεν είναι εξοικειωμένοι με όρους όπως «έκδοση» και «άσυλο».

Ως εκ τούτου, θα θέλαμε σε πρώτη φάση να σας ζητήσουμε να μας θέσετε τους βασικούς άξονες της νομικής διάστασης του ζητήματος. Ποιες διαδικασίες προβλέπονται και τι μέλλει γενέσθαι;

Η χορήγηση πολιτικού ασύλου και η άρνηση έκδοσης είναι κατ’ αρχήν δύο διαφορετικές έννοιες και επομένως πρέπει να διακρίνουμε τη χορήγηση ασύλου από την άρνηση έκδοσης.

Η διαδικασία εκδόσεως έχει ως προϋπόθεση να διώκεται κάποιος για αξιόποινη πράξη. Στην περίπτωση αυτή το κράτος που ζητεί την έκδοση επιδιώκει να δικάσει τον εκζητούμενο ή να τον υποβάλει στην εκτέλεση καταγνωσθείσης ποινής.

Το άσυλο, αντίθετα, δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση να διώκεται κάποιος για εγκληματική πράξη, αφού μπορεί η δίωξη να γίνεται π.χ., για λόγους πολιτικούς, εθνικούς, φυλετικούς ή θρησκευτικούς. Ακόμη μπορεί κάποιος να διώκεται ή να κινδυνεύει να θανατωθεί λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του χωρίς να του αποδίδεται κάποια αξιόποινη πράξη (πρβλ. προσφάτως αποκεφαλισμό Σύριου ομοφυλόφιλου και θανάτωση με εμπρησμό διεμφυλικού ακτιβιστή στην Τουρκία).

Βεβαίως στην πράξη οι δύο διαδικασίες συχνά συμπίπτουν, αφού είτε ένας εγκληματίας, του οποίου ζητείται η έκδοση, ισχυρίζεται ότι διώκεται για τις πεποιθήσεις του (και έτσι ζητεί άσυλο), είτε ένα κράτος που διώκει π.χ. έναν πολιτικό αντίπαλο ζητεί την έκδοσή του υπό το πρόσχημα ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη. Δεν λείπουν όμως και περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο διώκεται για αμφότερα.

Εδώ απαιτείται προσοχή. Διότι σύμφωνα με την Ελληνική ποινική δικονομία αλλά και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως δεν χορηγείται έκδοση για όλα ανεξαιρέτως τα εγκλήματα.

«…προϋπόθεση για την έκδοση είναι να ισχύει η αρχή του διπλού αξιοποίνου, δηλαδή η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει να είναι αξιόποινη τόσο κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους (εν προκειμένω το Τουρκικό), όσο και κατά το δίκαιο του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση (εν προκειμένω το Ελληνικό)».

Η χορήγηση ασύλου και η άρνηση έκδοσης παρίστανται ως αλληλένδετες νομικές διαδικασίες. Πώς θεωρείτε ότι αλληλεπιδρούν τα αντίστοιχα νομικά πλαίσια που ρυθμίζουν την περίπτωση άρνησης έκδοσης αλλοδαπού στις διωκτικές αρχές τρίτης χώρας (συμβαλλόμενου μέρους της ΕΣΔΑ) όταν υποβάλλεται αίτημα για πολιτικό άσυλο;

Μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως την οποία η Τουρκία κύρωσε την 7.1.1960 και έθεσε σε ισχύ την 18.4.1960. Σύμφωνα με την Σύμβαση, έκδοση χωρεί για εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινή κάποιας τουλάχιστον βαρύτητας, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν χωρεί έκδοση, αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση, θεωρείται από το έτερο Μέρος ως πολιτική ή ως πράξη συναφής προς πολιτικό έγκλημα. Το ίδιο ισχύει και αν το καλούμενο προς έκδοση Μέρος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση εκδόσεως, μολονότι θεμελιώθηκε σε κάποια αξιόποινη πράξη του Κοινού Δικαίου, υποβλήθηκε στην πραγματικότητα με σκοπό διώξεως για τα εθνικά, φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτικά φρονήματα του εκζητούμενου ή ότι η θέση του διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τους λόγους αυτούς. Επίσης από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως εξαιρείται η έκδοση ατόμων για στρατιωτικά εγκλήματα που δεν αποτελούν παραβάσεις του κοινού ποινικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με ρητή διάταξη της Σύμβασης, η απόπειρα κατά της ζωής Αρχηγού Κράτους δεν θεωρείται πολιτική παράβαση.

Σημαντικό είναι εν προκειμένω, όμως, να γνωρίζουμε ότι προϋπόθεση για την έκδοση, σύμφωνα πάντοτε με τη Σύμβαση, είναι να ισχύει η αρχή του διπλού αξιοποίνου, δηλαδή ότι η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει να είναι αξιόποινη τόσο κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους (εν προκειμένω το Τουρκικό), όσο και κατά το δίκαιο του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση (εν προκειμένω το Ελληνικό). Το θέμα αυτό δεν έχει τύχει προσοχής μέχρι τώρα, είναι όμως καίριο: διότι το Πολίτευμα και η συνταγματική τάξη εκάστου κράτους ανήκει στα λεγόμενα ημεδαπά έννομα αγαθά (inländische Rechtsgüter), δηλ. έννομα αγαθά αρρήκτως συνδεδεμένα με την εκάστοτε έννομη τάξη. Αυτό σημαίνει ότι η κατάλυση του Πολιτεύματος στρέφεται κατά ημεδαπού εννόμου αγαθού, δηλ. συνδεδεμένου αρρήκτως με το εκζητούν κράτος, αφού κάθε χώρα προστατεύει το δικό της πολίτευμα και όχι τα πολιτεύματα των άλλων κρατών.

Άρα μια αίτηση εκδόσεως στηριγμένη στην απόπειρα κατάλυσης του Τουρκικού πολιτεύματος δεν πληροί τον κανόνα της διπλής εγκληματικότητας και είναι καταδικασμένη εκ προοιμίου σε αποτυχία.

Από την άλλη πλευρά σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951(link is external) για τους πρόσφυγες όπως ισχύει σήμερα δικαίωμα ασύλου έχει κάθε πρόσωπο που διατρέχει στη χώρα του δικαιολογημένο φόβο διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων εκτός βεβαίως αν έχει διαπράξει εγκλήματα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητος ή σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου (οπότε μπορούν να εκδοθούν τερματιζομένης της διαδικασίας χορήγησης με απορριπτική απόφαση ασύλου και αρχομένης της διαδικασίας εκδόσεως) καθώς και αν είναι ένοχα ενεργειών αντιθέτων προς τους σκοπούς και τας αρχάς των Ηνωμένων Εθνών.

Όμως, σύμφωνα με το ΠΔ 113/2013 ως «Πρόσφυγας» θεωρείται και ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί μεν τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί «σοβαρή βλάβη» κατά την έννοια του άρθρου 15 του π.δ. 96/2008. Αυτή η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε: α) θανατική ποινή ή εκτέλεση ή β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του ή γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Αυτά ορίζει τώρα το Προεδρικό Διάταγμα 141/2103 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 (L 337). Επομένως όταν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις χορηγείται άσυλο.

Το γεγονός ότι η Τουρκία έχει τεθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και ενδέχεται να μην υπάρχει πλήρης εφαρμογή της ΕΣΔΑ, σε ποιο βαθμό θεωρείτε πως πρέπει να ληφθεί υπόψη από τα αρμόδια όργανα;

Είναι προφανές ότι η αναστολή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελεί επίσημη τοποθέτηση ότι δεν πρόκειται να υπάρξει δίκαιη δίκη σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 της Σύμβασης.

«…η αίτηση έκδοσης δεν φαίνεται να είναι βάσιμη εφόσον η πιθανότητα να υποβληθούν οι εκζητούμενοι στην ποινή του θανάτου ή να υποστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση εμφανίζεται ως περισσότερο από σοβαρή…»

Δεδομένου ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο επαναφοράς της θανατικής ποινής και δεδομένων των συνθηκών κράτησης των αντιφρονούντων στην Τουρκία, θεωρείτε πως η Ελλάδα έχει υποχρέωση να μην εκδώσει ή να χορηγήσει άσυλο στους 8 στρατιωτικούς;

Το καίριο ζήτημα στο ερώτημα που θέτετε δεν είναι, νομίζω, αν στη χώρα στην οποία εκδίδεται ένα πρόσωπο ισχύει ή όχι η θανατική ποινή, διότι μπορεί να ζητηθεί και να ληφθεί δέσμευση ότι η έκδοση χορηγείται υπό τον όρο ότι δεν θα επιβληθεί η ποινή του θανάτου στον εκδιδόμενο. Το καίριο ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι:

α) ότι έγινε λόγος για επαναφορά της θανατικής ποινής,

β) ότι το ενδεχόμενο της επαναφοράς ανακοινώθηκε από επίσημα θεσμικά όργανα της Τουρκίας

γ) ότι επομένως η προοπτική δεν αποτελεί απλή φήμη αλλά εκφράζει σοβαρή πρόθεση και κυρίως

δ) ότι υπάρχει πρόθεση αναδρομικής εφαρμογής της θανατικής ποινής ειδικώς στα πρόσωπα που φέρονται ότι συμμετέσχαν στο πραξικόπημα.

Το τελευταίο αυτό δεδομένο εκφράζει μια βαρειά παραβίαση της διεθνώς αναγνωρισμένης και πάντως ισχύουσας στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ αρχής nullum crimen nulla poena sine lege praevia αλλά και της διακρίσεως των λειτουργιών. Μάλιστα η σύγχυση στην πράξη της δικαστικής και εκτελεστικής λειτουργίας στη γείτονα φαίνεται ότι έχει πραγματική βάση σύμφωνα με όσα μεταδίδουν τα ΜΜΕ. Από την άλλη πλευρά, η έκδοση απαγορεύεται όταν υπάρχει βάσιμη υπόνοια ότι ο εκζητούμενος θα αντιμετωπίσει την ποινή του θανάτου ή θα υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση (βλ. άρθρo 3 ΕΣΔΑ: «Ουδείς επιτρέπεται vα υπoβληθή εις βασάvoυς oύτε εις πoιvάς ή μεταχείρισιv απαvθρώπoυς ή εξευτελιστικάς»). Η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι εδώ πάγια από την περίφημη απόφαση Soering. Κατά συνέπεια από την έποψη αυτή η αίτηση έκδοσης δεν φαίνεται να είναι βάσιμη, εφόσον η πιθανότητα να υποβληθούν οι εκζητούμενοι στην ποινή του θανάτου ή να υποστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση εμφανίζεται ως περισσότερο από σοβαρή εν όψει των περιστατικών βίας σε βάρος αντιφρονούντων καθώς και της επίσημης εξαγγελίας για δρομολόγηση αναδρομικής εφαρμογής της θανατικής ποινής.

Η μη καταδίκη της απόπειρας πραξικοπήματος από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (λόγω έλλειψης ομοφωνίας – άρνηση Αιγύπτου) έχει κάποια σημασία από νομικής απόψεως;

Η μη καταδίκη της απόπειρας πραξικοπήματος ή οποιασδήποτε άλλης πράξης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ή μη των διατάξεων περί εκδόσεως ή χορηγήσεως ασύλου και επομένως δεν ασκεί νομική επιρροή. Αντιθέτως η καταδίκη θα ασκούσε νομική επιρροή αν από αυτήν θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι πράξεις των εκζητουμένων αποτελούν «ενέργειες αντίθετες προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών» όπως αναφέρθηκε πιο πάνω σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951.

«…η παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας γεννά πολιτικά προβλήματα μεγαλύτερα από εκείνα που επιδιώκονται να επιλυθούν με την πρόταξη της πολιτικής λύσης έναντι της νομικής».

Έχει γραφτεί πως το ζήτημα της έκδοσης των 8 στρατιωτικών μπορεί να επιλυθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μέσα από την διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 39 των Κανόνων του Ε.Δ.Δ.Α. Πώς αξιολογείτε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

Η διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του ΕΔΔΑ είναι μια έκτακτη διαδικασία που εφαρμόζεται όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραβίασης ατομικών δικαιωμάτων στο forum, δηλ. στη χώρα ενώπιον των δικαστηρίων της οποίας εκκρεμεί η υπόθεση του προσφεύγοντος, συνήθως δε όταν πρόκειται για κίνδυνο ζωής ή έκθεση σε βασανιστήρια ή άμεσης χειραγώγησης της δικαιοσύνης προς την κατεύθυνση μιας έκδοσης που οδηγεί με υψηλή πιθανότητα σε θάνατο ή βασανιστήρια. Τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει στην Ελλάδα επομένως δεν τίθεται και ζήτημα προσφυγής.

Μία μεγάλη μερίδα του κόσμου υποστηρίζει ότι η έκδοση των 8 στρατιωτικών είναι πρωτίστως πολιτικό ζήτημα και όχι νομικό. Ποια είναι η άποψή σας επ’ αυτού; Θεωρείτε ότι υπάρχει τρόπος να βρεθεί «μέση λύση» στο ζήτημα, η οποία θα ήταν νομικά ορθή αλλά και πολιτικά ανώδυνη;

Όταν υπάρχουν διεθνείς δεσμεύσεις ενός κράτους, η μη τήρηση αυτών, δηλ. η παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας γεννά πολιτικά προβλήματα μεγαλύτερα από εκείνα που επιδιώκονται να επιλυθούν με την πρόταξη της πολιτικής λύσης έναντι της νομικής. Ένα εξ αυτών είναι ότι η χώρα που προτιμά την πολιτική λύση αντί της νομικής δεν θα μπορεί στο μέλλον να επικαλείται και αυτή τη διεθνή νομιμότητα. Οποιαδήποτε μέση λύση βρεθεί λοιπόν, θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.