Το τελευταίο δελτίο οικονομικής ανάλυσης της ΕΚΤ (10/11) “How coronovirus affects potential outpout” επιβεβαιώνει την ανησυχία της ΕΚΤ για περαιτέρω επιδείνωση της ύφεσης και της ανεργίας, σε ένα περιβάλλον ακραίας αβεβαιότητας μέχρι να υπάρξει ένα επαρκές πλαίσιο ιατρικής αντιμετώπισης της πανδημίας (εμβόλια, φάρμακα, κ.λπ.) στην Ευρωζώνη.

Μέχρι να υπάρξει η “επάρκεια” αυτή και να είναι αποτελεσματική “το επίπεδο της δυνητικής παραγωγής της ζώνης του ευρώ θα παραμείνει πολύ κάτω από την πορεία που υποδεικνύουν οι προ κρίσης προβλέψεις… Αν και η δυνητική ανάπτυξη θα επανέλθει σε ρυθμούς προ κρίσης, το δυνητικό επίπεδο παραγωγής θα επηρεαστεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα…”. Με τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ φαίνεται να συμφωνεί και το τελευταίο report του γερμανικού Ινστιτούτου ZEW, που αφορά προβλέψεις για τη γερμανική οικονομία για την οποία οι προοπτικές, σύμφωνα με το Ινστιτούτο, βρίσκονται (Νοέμβριος) σε ελεύθερη πτώση, με τον ομώνυμο δείκτη να πέφτει από το 56,1 του Οκτώβρη στο 39, αντί των προβλέψεων για 45,4 μετά την επιβεβαίωση της εναρξης του νέου lockdown.

Το χαρακτηριστικό βέβαια είναι ότι όλες οι χώρες απέναντι στις συνέπειες των συνδυασμένων συνεπειών της ύφεσης που ήδη βρισκόταν σε εξέλιξη και της πανδημίας στη συνέχεια, έχουν στηριχθεί βασικά στην προσφυγή σε πρωτοφανή επίπεδα δανεισμού με την στήριξη των προγραμμάτων παρέμβασης των κεντρικών τραπεζών.

Οι ανεπτυγμένες οικονομίες εκτιμάται ότι με το τέλος της πανδημίας θα έχουν αυξημένα ποσοστά χρέους ως προς το ΑΕΠ τους κατα 20% και οι αναπτυσσόμενες κατα 10%. Ολα αυτά σε χρονικό διάστημα ενός περίπου έτους.

Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος εκτιμάται οτι θα αυξηθεί από το 255% του παγκόσμιου ΑΕΠ στο 322%-342% του Παγκόσμιου ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το χρέος στις ανεπτυγμένες χώρες θα αυξηθεί από το 109% κατά μέσο όρο στο 137% του ΑΕΠ.

Η εικόνα στο ιδιωτικό χρέος είναι πολύ-πολύ χειρότερη, καθώς ήδη πριν από την πανδημία ο δανεισμός των επιχειρήσεων κινούνταν σε πολλαπλάσια ποσοστά εκείνων του δημόσιου χρέους, ενώ μετά την πανδημία τα ποσοστά αυτά έχουν εκτιναχθεί σε μεγέθη που είναι αδιανόητα για το πώς θα μπορούσαν να αποπληρωθούν στο μέλλον…

Ο κόσμος έχει αρχίσει να αγκιστρώνεται στο χρέος σαν το μοναδικό μέχρι στιγμής “σωσίβιο” που επιτρέπει σε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν (“?”) τις συνέπειες της κρίσης.

Και το ερώτημα απέναντι στο οποίο βρίσκονται οι Κεντρικές Τράπεζες είναι τι θα συμβεί όταν αυτή η διαρκής τροφοδοσία χρέους σταματήσει, ή για την ακρίβεια πώς αυτή η διαρκής έμμεση χρηματοδότηση κυβερνήσεων και επιχειρήσεων μπορεί να σταματήσει χωρίς να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες χρεοκοπίες μετά την απόσυρση της πανδημίας.

Προς το παρόν, στην ΕΚΤ εν όψη της εξαιρετικά κρίσιμης συνάντησης του Δεκεμβρίου κυριαρχούν δύο επίπεδα σκέψης:

– ένα το πώς θα αντιμετωπισθεί η πρωτοφανής αβεβαιότητα μέχρι την απόκτηση επαρκών μέσων αντιμετώπισης της πανδημίας και αυτό δεν φαίνεται να μπορεί να συμβεί πριν από το 2022 στην καλύτερη περίπτωση, και

– ένα δεύτερο, το πώς θα αποσυρθούν στη συνέχεια τα μέτρα νομισματικής στήριξης που έχουν μεσολαβήσει χωρίς να καταρρεύσει η οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα από το χρέος.

Όσον αφορά το πρώτο φαίνεται πως ήδη υπάρχουν κάποιες ιδέες οι οποίες κινούνται αφενός στην επέκταση του PEPP σε μέγεθος και διάρκεια, ήτοι με 500 δισ. ευρώ τουλάχιστον και λειτουργίας του μέχρι τα τέλη του 2021. Και αφετέρου τον περιορισμό των διευκολύνσεων που συνοδεύουν το πρόγραμμα μέχρι τώρα -όπως για παράδειγμα την κατά καιρούς υπέρβαση του ορίου αγορών ομολόγων για κάποιες χώρες πέραν της “κλείδας” της χώρας- ώστε έμμεσα οι χώρες μέλη να “σπρωχθούν” από τις αγορές, στα διαθέσιμα δάνεια του ESM και του Ταμείου Ανάκαμψης (που φαίνεται να ξεκολλάει μετά την συμφωνία Ευρωκοινοβουλίου και Συμβουλίου).

Όσον αφορά το δεύτερο, οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί είναι ιδιαίτερα ριζοσπαστικές. Κάποιες από αυτές στηρίζονται στη νομιμότητα της μετατροπής του χρέους που έχει αγοράσει η ΕΚΤ στη διάρκεια της πανδημίας σε τίτλους “αορίστου χρόνου λήξης” με περίπου μηδενικό επιτόκιο, ενώ κάποιες άλλες προτείνουν την ενοποίηση του PEPP με το κανονικό πρόγραμμα του QE (APP) και με όρους που θα προσαρμοσθούν στο κανονικό πρόγραμμα αγορών τίτλων που είχε εισάγει η σχετική απόφαση της ΕΚΤ επί Ντράγκι τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Βέβαια όπως επισημαίνεται από παράγοντες που έχουν γνώση των σχετικών συζητήσεων, οποιαδήποτε από τις “λύσεις” αυτές δεν θα μπορούσε να προχωρήσει για συζήτηση χωρίς να συνοδεύεται από έναν “οδικό άξονα” δημοσιονομικής ενοποίησης στην Ευρωζώνη…