Τα δάση και η δασοκομία θα διαδραματίσουν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στο επιδιωκόμενο πιο καθαρό και πιο «πράσινο» μέλλον μας. Σ’ αυτό το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα ολοφάνερα σημαντικό να επιτραπεί σε όσους έχουν ανάλογη εμπειρία να την αξιοποιήσουν στο έπακρο, επ’ ωφελεία του συνόλου των ευρωπαϊκών λαών.

Η Ευρώπη είναι μια μεγάλη ετερογενής ήπειρος. Όταν κάποιος ταξιδεύει  μέσω των Κρατών Μελών εκπλήσσεται από την τεράστια ποικιλομορφία και την ομορφιά του φυσικού τους περιβάλλοντος. Σε μιαν Ευρωπαϊκή Ένωση που εκτείνεται από το Νότο της Ελλάδας έως το Βορρά της Σουηδίας και από την Κύπρο μέχρι τις Ατλαντικές ακτές της Πορτογαλίας αυτό είναι απόλυτα αναμενόμενο. Ωστόσο, οι φυσικές διαφορές δεν είναι αποκλειστικά και μόνο αισθητικές, αν τις χρησιμοποιήσουμε με σύνεση μας παρέχουν επίσης ποικίλες διαχειριστικές ευκαιρίες.

Για παράδειγμα, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες περιλαμβάνουν μεγάλα δάση, τα οποία υποστηρίζονται και συντηρούνται με μια καλομελετημένη πολιτική και ένα σύνολο μεθοδικών δράσεων. Κατά συνέπεια, η αδιατάρακτη αρτιότητα της ύπαρξής τους, δεν αποτελεί ένα απροσδόκητο ιστορικό κέρδος, τυχαίο παράγωγο μιας επιπόλαιας προστασίας. Σε τέτοια κράτη μέλη, πλην των κρατικών μηχανισμών, συνέβαλαν γι’ αυτές τις απέραντες και υπέροχδες δενδροσκέπαστες περιοχές, με την υπεύθυνη συμμετοχή τους πολλές γενιές πολιτών.

Τα  δάση και η δασοκομία είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλό μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Μπορεί να ειπωθεί αβίαστα πως  αποτελούν ένα εγχάρακτο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, ένα  σαγηνευτικό ισχυρό μιμίδιο, ένα  μέρος της γεωγραφικής μας «ψυχής».

Λόγω της συμμετοχής μου ως τακτικό μέλος στην ευρωκοινοβουλευτική «Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων» – ENVI, έχω την τύχη να ενημερώνομαι ακριβώς και διαρκώς για ένα τόσο σημαντικό αντικείμενο και για τα επι μέρους συστατικά του ζητήματα.

Κατά τη διάρκεια των μακρών κι επίμονων διαπραγματεύσεων σχετικά με την εισαγωγική έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την επιδιωκόμενη επικείμενη δασική στρατηγική, (η οποία θα παρουσιαστεί από την Επιτροπή στις αρχές του επομένου έτους), ένα από τα θεμελιώδη μηνύματα ήταν ότι χρειαζόμαστε μια τολμηρή και φιλόδοξη στρατηγική που θα ασχολείται με το πώς συμβάλλει στους περιβόητους κλιματικούς μας στόχους η δασοκομία. Ταυτόχρονα, η αντίστοιχη στρατηγική μας καλείται επίσης να αντιμετωπίσει, με συνέργεια όλων των χωρών μελών, εκείνες τις δασικές απειλές που οι χώρες από μόνες τους δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν. Στην τελική παρουσίαση και ψηφορία  κατά το νέο έτος, οι Ευρωβουλευτές θα κρίνουν και θα κριθούν, καλούμενοι να εκδώσουν την απόφασή τους σχετικά με το ζήτημα.

Ωστόσο, από την συγκρότηση της εισαγωγικής έθεσης, (που προοιωνίζει την τελική), μπορούμε να προβούμε σε μιαν αρχική αξιολόγηση των κύριων μηνυμάτων για την μελλοντική δασοκομία μας, καθώς και των σημαντικών κομβικών εκτιμήσεων για τα ευρωπαϊκά δάση : Πρωτίστως, στο Ευρωκοινοβούλιο αναγνωρίζεται ότι η επικείμενη στρατηγική πρέπει να σέβεται τους ανταγωνισμούς των κρατών μελών, σημειώνοντας παράλληλα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση  έχει ορισμένες σημαντικές αρμοδιότητες στην προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος. Προφανώς, ως ξεχωριστές μονάδες οι ευρωπαϊκές χώρες διαφέρουν στο φυσικό περιβάλλον τους αλλά επίσης και στις πρακτικές διατήρησης και προστασίας του. Μερικές χώρες έχουν πολλά δάση, μερικές όχι. Είτε μας αρέσει ή όχι, αυτό είναι ένα αδιαμφισβήτητο και αντικειμενικό, χαρακτηριστικό σημείο. Επομένως, οι πολιτικοί και οι δημόσιοι λειτουργοί στα κράτη μέλη που διαθέτουν περισσότερα δάση από άλλα κράτη, έχουν προφανώς βαθύτερη γνώση και ευρύτερη εμπειρία σχετικά με τον τρόπο επιτυχούς ρύθμισης της δασοκομίας.

Είναι βεβαίως δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διαμορφωθεί ένα εκτενές ευρωπαϊκό δασοκομικό καθεστώς με τρόπο που θα λαμβάνει υπόψη του όλα τα εκατοντάδες χρόνια κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών πρακτικών. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει ζωτικό ρόλο στο ζήτημα. Αναπτύσσοντας μια ολοκληρωμένη και συνεπή στρατηγική, μπορεί να ενισχυθεί  και να προωθηθεί τόσο ο  ρόλος των δασών, όσο και του κρατικού δασικού τομέα στην επίτευξη των κοινών πολιτικών στόχων.

Δεν πρέπει να λησμονούμε πως  η κύρια πρόκληση της τωρινής ευρωπαϊκής γενιάς είναι  η κλιματική αλλαγή. Σχετικά επισημαίνεται ότι περίπου το 13% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην ΕΕ απορροφώνται και αποθηκεύονται στα δάση της Ευρώπης.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει  ότι τα μη διαχειριζόμενα δάση είναι κατ΄ανάγκη το καλύτερο εργαλείο για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, αντίθετα, η έρευνα μας λέει ότι τα αειφορικά διαχειριζόμενα δάση απορροφούν περισσότερο Co2 από τα μη διαχειριζόμενα. Άρα, σαφώς το μέλημά μας πρέπει να είναι η ισχυρή προώθηση της διαχείρισης  των δασών και μάλιστα της βιώσιμης διαχείρισης.

Για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής πρέπει επίσης να παράγουμε προϊόντα πιο φιλικά προς το περιβάλλον. Συνεπώς μια ευρωπαϊκή δασική στρατηγική που αναγνωρίζει την αντικατάσταση ορυκτών υλικών με βιολογικά προϊόντα θα μπορούσε πράγματι να αποδειχθεί ζωτικής σημασίας για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας, το αργότερο έως το 2050.

Η φιλοδοξία να αντικατασταθούν ορισμένα προϊόντα δεν υλοποιείται από τη μια μέρα στην άλλη Χρειάζεται επένδυση στην έρευνα και την ανάπτυξη. Βεβαίως η τεχνολογία έχει αναπτυχθεί κατά πολύ, σε σχέση με την περίοδο εισαγωγής της δασικής στρατηγικής το 2013, οπότε μπορούμε ανενδοίαστα να εικάσουμε  την πρόοδο που μπορούμε να επιτύχουμε με τη σχηματοποίηση της  επόμενης δασικής στρατηγικής. Αυτή όμως η πρόοδος δεν θα επέλθει από μόνη της.

Φυσικά η υποστήριξη της βασιζόμενης σε βιολογικά προϊόντα καινοτομίας όχι μόνο μπορεί να βοηθήσει το περιβάλλον, αλλά και να συμβάλει τόσο στη δημιουργία θέσεων εργασίας όσο και στην γενικότερη οικονομική ανάπτυξη.

Η αειφόρος διαχείριση των δασών αφορά επίσης στη φροντίδα των δασών για τις μελλοντικές γενιές. Παρόλο που οι διαχειριστές και οι ιδιοκτήτες των δασικών γαιών είναι πρόσωπα υπεύθυνα και  με διορατικότητα, συχνά αντιμετωπίζουν μεγάλες προκλήσεις πέρα ​​από τη δυνατότητα παρέμβασης και τον έλεγχό τους. Αναμφίβολα η ΕΕ θα πρέπει να βοηθήσει στην αντιμετώπιση τέτοιων τρεχουσών και μελλοντικών προκλήσεων, καθώς συχνά είναι διασυνοριακές, όπως τα διεισδυτικά και επεκτεινόμενα ξένα είδη, τα παράσιτα και οι ασθένειες. Αυτή η πραγματικότητα υπαγορεύει σαφώς ότι απαιτείται μια θεσμοθετημένη, ισχυρή και επίμονη ευρωπαϊκή απόκριση, καθώς δεν μπορεί να αναμένεται από τα κράτη μέλη να επιλύσουν τα σχετικά προβλήματα από μόνα τους.

Η πλειονότητα των Ευρωπαίων  αγαπάμε την Ευρώπη. Μπορεί βεβαίως να δείχνουμε την αγάπη μας διαφορετικά, αλλά πολύ λίγοι από εμάς θα ήθελαν να είχαν γεννηθεί σε μια διαφορετική ήπειρο. Ανεξάρτητα από την πολιτική παράταξη και την ιδεολογικοπολιτική ένταξη του καθενός και της καθεμιάς, μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε στο γεγονός ότι η ευρωπαϊκή φύση είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Μάλιστα σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης, λόγω πολλών γενεών που φρόντισαν και φροντίζουν σωστά τα εδάφη τους, τα δάση είναι άθικτα και ζείδωρα προκειμένου οι σύγχρονοι διαχειριστές και φροντιστές να τα μεταδώσουν στα παιδιά τους.

Αυτή είναι μια πολιτική που πρέπει να ενθαρρύνουμε και να προωθούμε, αντί να περιορίζουμε με οποιοδήποτε τρόπο τις ευκαιρίες εφαρμογής της. Αν συγκροτηθεί και ολοκληρωθεί σωστά η επερχόμενη νέα ευρωπαϊκή Δασική Στρατηγική θα διασφαλίσει ότι τα δάση της Ευρώπης θα είναι παρόντα και θαλερά και μετά από πάρα πολύ καιρό.

Α. Κωνσταντίνου

 

Την αποκλειστική ευθύνη για τις απόψεις που δηλώνονται φέρει ο Ευρωβουλευτής. Οι απόψεις αυτές δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου