Εκτιμάται ότι τα ποικίλα επιδημιολογικά και θεραπευτικά διδάγματα που αντλήθηκαν κατά την εξέλιξη της κρίσης του κορωνοϊού θα είναι πολύτιμα για την καλύτερη αντιμετώπιση της πρόληψης και του ελέγχου μελλοντικών κρίσεων υγείας, όπως η κλιμακούμενη ανάπτυξη  ανθεκτικών μικροοργανισμών.

«…..Οι σειρήνες των ασθενοφόρων ακούγονται στο βάθος. Τα εξωτερικά ιατρεία και τα τμήματα επειγόντων περιστατικών στα νοσοκομεία έχουν κατακλυστεί, ενώ οι γιατροί και οι νοσοκόμες φέροντας πλήρη εξοπλισμό προσωπικής προστασίας αγωνίζονται παθιασμένα για να σώσουν τις ζωές των ασθενών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπεία. Η χρονιά είναι το …..2050 και εκδηλώθηκε ένα ακόμη ξέσπασμα επιδημίας μιας τροφομεταδιδόμενης ασθένειας που πλήττει την πρωτεύουσα, πλήττοντας χιλιάδες ασθενείς. Ο ένοχος είναι ένα εξαιρετικά ανθεκτικό στέλεχος του κολοβακτηριδίου Escherichia Coli.»

Αν και οι παραπάνω γραμμές αφορούν σ’ ένα υποθετικό σενάριο, το μέλλον μας μπορεί να μοιάζει έτσι ακριβώς αν αποτύχουμε να δράσουμε εγκαίρως. Μέχρι τα μέσα του τρέχοντος αιώνα, εκτιμάται ότι κάθε χρόνο περισσότεροι από 10 εκατομμύρια άνθρωποι θα χάσουν τη ζωή τους από ασθένειες που σχετίζονται με την μικροβιακή ανθεκτικότητα, την μικροβιακή αντοχή απέναντι στα αντιβιοτικά φάρμακα.

Για σχεδόν ένα χρόνο τώρα, γίναμε όλοι μάρτυρες της εμφάνισης και των πολυποίκιλων εκδηλώσεων μιας παγκόσμιας κρίσης υγείας. Η πανδημία της COVID-19 ευθύνεται για περισσότερους από ένα εκατομμύριο θανάτους, την συνακόλουθη παγκόσμια οικονομική ύφεση, καθώς και γιά τη λήψη δραστικών «μέτρων περιορισμού» της νόσου. Φανταστείτε ότι το 2020, με όλη την αναταραχή του, μπορεί άνετα να γίνει ο κανόνας στο μέλλον, εάν θα έχουμε χάσει τον αγώνα κατά της μικροβιακής μικροβιακή ανθεκτικότητας. Η καταπολέμηση της δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και η τρέχουσα πανδημία COVID-19 έχει κάνει τα πράγματα χειρότερα. Μια έκθεση του Παγόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) έδειξε ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού εισαγωγών στα νοσοκομεία οι οποίες προκαλούνται από τη συνεχιζόμενη πανδημία, υπάρχει σαφώς αυξημένος κίνδυνος μόλυνσης σχετιζόμενος με την  εν γένει παρεχόμενη υγειονομική περίθαλψη και με την μετάδοση πολυανθεκτικών μικροοργανισμών (ανθεκτικών σε πολλά φάρμακα). Ο αυξημένος κίνδυνος μόλυνσης με τη σειρά του οδηγεί σε αυξημένη χρήση αντιμικροβιακής φαρμακευτικής αγωγής, επιτείνοντας τον «φαύλο κύκλο».

Η ευρεία χρήση βιοκτόνων ουσιών εκτός των χώρων υγειονομικής περίθαλψης με την μορφή απολυμαντικών των χεριών για την προσωπική απολύμανση, είναι ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό στο περιβάλλον στελεχών βακτηρίων ανθεκτικών στα φάρμακα. Μέσα σε όλο αυτό το χάος, ωστόσο, υπάρχει επίσης μια θετική πτυχή : μεγαλύτερη κατανόηση από το κοινό, αποδοχή και συμμόρφωση με μέτρα πρόληψης και ελέγχου, όπως η συχνή πλύση των χεριών και η τήρηση της κοινωνικής απόστασης που επιδεικνύεται κατά του κορωνοϊου, στοιχεία  που μπορούν επίσης να εφαρμοσθούν επιτυχώς στον αγώνα μας ενάντια στην ανθεκτικότητα των μικροοργανισμών και σε άλλες δυνητικές επιδημίες προκαλούμενες από αμέλεια.

Τα τωρινά διδάγματα θα αποβούν  πολύτιμα για την καλύτερη αντιμετώπιση της πρόληψης και του ελέγχου μελλοντικών κρίσεων στον τομέα της υγείας, όπως είναι η δυνητική σιωπηλή πανδημία ανθεκτικών παθογόνων μικροαοργανισμών, η οποία και αυξάνεται με το χρόνο. Η αντίσταση των μικροοργανισμών στη θεραπεία συνεχίζει να εξαπλώνεται στο περιβάλλον μας, στους χώρους διαβίωσής μας και στις εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης, μεταβαίνοντας από τον ένα ξενιστή στον άλλο, τόσο σε ζώα όσο και σε ανθρώπους.

Ο περιορισμός της άλογης χρήσης  αντιμικροβιακών φαρμάκων και η εξ αιτίας αυτής κλιμάκωση της εμφάνισης νέων ανθεκτικών βακτηρίων πρέπει να αποτελούν το κύριο αντικέιμενο εστίασής μας στην καταπολέμηση της ανθεκτικότητας των μικροοργανισμών.

Αναμφισβήτητα πρέπει να διεξαχθεί περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο της εξάπλωσης των φαρμακευτικών προϊόντων στο περιβάλλον και πως αυτή η εξάπλωση οδηγεί μοιραία σε αύξηση της μικροβιακής αντοχής.

Η αντιμικροβιακή θεραπεία προφύλαξης λόγω ανακριβούς διάγνωσης, όπως έχουμε δει πρόσφατα σε περιπτώσεις νοσηλευομένων ασθενών της COVID-19, είναι μια άλλη αιτία που οδηγεί σε σφαλερή εκτεταμένη χρήση αντιμικροβιακών φαρμάκων. Για τούτο η έρευνα πρέπει να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη εξαιρετικά ακριβών διαγνωστικών μέσων (συλλογών και συσκευών)  για τη σαφή διάκριση μεταξύ μολύνσεων από ιούς και μολύνσεων από μικροοργανισμούς, αλλά και για την παρακολούθηση της εξέλιξης των συνεργικών και συνδυασμένων  μολύνσεων ιών και βακτηρίων.

Οι συμβατικές διεργασίες επεξεργασίας του νερού και των υδρολυμάτων δεν είναι ικανές για να φιλτράρουν επαρκώς τα επίμονα και δυσδιάσπαστα  φαρμακευτικά προϊόντα, επομένως είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί και να αυξηθεί η χρήση νέων και προηγμένων τεχνολογιών επεξεργασίας πριν από την απόρριψη των υδρολυμάτων στο περιβάλλον.

Ωστόσο, υπάρχουν όρια στο τι μπορούν να επιτύχουν η πρόληψη και ο περιορισμός στην καταπολέμηση των παγκόσμιων υγειονομικών κρίσεων. Αυτός ο θανατηφόρος ιός έχει πραγματικά γαλβανίσει ολόκληρο τον πλανήτη, οδηγώντας τις επιστημονικά εξελιγμένες  χώρες να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποια θα είναι η πρώτη που θα βρει την θεραπεία ή ένα εμβόλιο που μπορεί να αποτρέψει την περαιτέρω εξάπλωση του ιού. Ενώ για την πανδημία COVID-19 υπάρχει τεράστιος ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών και χωρών, δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο όσον αφορά στην εξεύρεση νέων, αποτελεσματικότερων γενεών αντιβιοτικών. Η μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων και η έλλειψη καινοτομίας στην ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών υπονομεύουν προφανώς τις προσπάθειες για την καταπολέμηση των ανθεκτικών στα φάρμακα λοιμώξεων.

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, έχουμε ήδη καθυστερήσει (εδώ και πολλά χρόνια) γιά την εμφάνιση καινοτόμων θεραπειών στην αγορά, θεραπειών που μπορούν να επιφέρουν συνεχείς βελτιώσεις συγκρινόμενες με τα ήδη διαθέσιμα αντιβιοτικά και τα τρέχοντα πρότυπα φροντίδας. Η βιασύνη να βρεθεί μια θεραπεία εν μέσω κρίσης υγείας, όπως ακριβώς συμβαίνει αυτή τη στιγμή, προφανώς δεν είναι η σωστότερη στρατηγική, επομένως πρέπει να σχεδιάσουμε με προοπτική του δρωμένου, υποστηρίζοντας τη χρηματοδότηση για έρευνα και ανάπτυξη νέων και βελτιωμένων γενεών αντιμικροβιακών φαρμάκων.

Η μικροβιακή ανθεκτικότητα είναι σαν μια χιονόμπαλα που κυλά προς τα κάτω από την κορυφή ενός λόφου, ξεκινά μικρή αλλά μπορεί πολύ γρήγορα να αναπτυχθεί σε ένα μέγεθος μη διαχειρίσιμο. Τώρα περισσότερο από ποτέ, με νωπά τα τραυματικά μαθήματα που μας «χάρισε» ο κορωνοϊός, πρέπει να δεσμευτούμε για την έγκαιρη και μεθοδική καταπολέμηση της εξάπλωσης αυτής της σιωπηλής πανδημίας, που θα μεταδοθεί από την ασταμάτητη εξάπλωση των ανθεκτικών βακτηρίων.

Από την αρχή της επιδημιολογικής κρίσης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εύλογα επιδιώκει και συντονίζει μια κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της έξαρσης του κορονοϊού. Αντικειμενικός σκοπός είναι η ουσιωδέστερη δυνατή  δράση πληρέστερης ενίσχυσης της δημόσιας υγείας και μετριασμού των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων του κορονοϊού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυρίως επιδιώκεται η πληρέστερη και ακριβέστερη δυνατή συλλογή επεξεργασία και μετάδοση υπέυθυνων αντικειμενικών  πληροφοριών σχετικά με τη διασπορά του ιού. Δημιουργήθηκε μια ομάδα αντιμετώπισης του κορονοϊού σε πολιτικό επίπεδο, συνιστάμενη από την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και 5 συναρμόδιους εμπλεκόμενους Επιτρόπους,  με σκοπό τον αρτιότερο συντονισμό των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Επίσης οι εκπρόσωποι του Ευρωκοινοβουλίου έφθασαν σε συμφωνία με τις κυβερνήσεις της ΕΕ σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης  για να αντιμετωπισθεί ο κορονοϊός. Αυτό απετέλεσε ένα σημαντικό βήμα, καθώς  το Ευρωκοινοβούλιο ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικό στον τρόπο, στα κριτήρια και στις προϋποθέσεις διάθεσης των 750 δισεκατομμυρίων για το Ταμείο Ανάκαμψης, για τα οποία είχαν συμφωνήσει οι ηγέτες της Ένωσης στη μακρά Σύνοδο Κορυφής τον παρελθόντα Ιούλιο.

Στις 9  τρέχοντος μηνός η επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου ενέκρινε με 84 ψήφους υπέρ, 11 κατά και 4 αποχές. Η απόφαση θα ανακοινωθεί (ΜΕ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΤΙΣ 14 :  ανακοινώθηκε) στην σύνοδο ολομέλειας (11-13 Νοεμβρίου), ώστε να καταστεί δυνατή η έναρξη των επι μέρους  επεξηγητικών συνομιλιών χωρίς καθυστέρηση. Μετά, η απόφαση αυτή θα επιστρέψει στο Συμβούλιο, όπου θα εξετασθεί και εγκριθεί τελικά.

 

Α. Κωνσταντίνου

Την αποκλειστική ευθύνη για τις απόψεις που δηλώνονται φέρει ο Ευρωβουλευτής. Οι απόψεις αυτές δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου